Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Το supermarket του Ginsberg




Aπόψε περιπλανήθηκα στο supermarket του Ginsberg

τo ψυχρό νέον φως μπουσουλούσε στους διαδρόμους

σκαρφάλωνε με τα νύχια του τη ραχοκοκαλιά μου

ανατρίχιασα αλλά  απτόητος συνέχισα τη μεταμεσονύχτια βόλτα μου

και κατευθυνόμενος προς το τμήμα με τα οπωροκηπευτικά 

 εξαπίνης ξεπρόβαλλε μπροστά στα μάτια μου  ο Ginsberg

κάπου καταχωνιασμένος 

ανάμεσα στα σάπια δαμάσκηνα και τα μελανιασμένα αβοκάντο

με τόνα του χέρι χαίδευε το Φύλλα Χλόης του Walt Whitman

με τ' άλλο τους κυματιστούς κίτρινους πεπονόλοφους

χώνοντας τα ρουθούνια του στις μαλακές μεστές κοιλιές τους

κοκκίνισα από ντροπή - κάτι  αξιολύπητο μου έβγαζε ο ποιητής-

 μου θύμιζε τη δική μου

παλλόμενη μοναξιά

συνέχισα την περιήγησή μου - ολίγον υποψιασμένος

συλλογιζόμενος την κοινή μοίρα των ανθρώπων

όταν από κοπανιστό αέρα  ανάμεσα στις καυτές πιπεριές 


και τα μαραμένα σελινόφυλλα νάτος και ο Edgar Allan Poe

λιπόσαρκος σαν τον μπαμπούλα της γειτονιάς μου

ντυμένος πατόκορφα στα μαύρα μ' εκείνο το ηλίθιο κοράκι

εκθρονισμένο στον έναν του ώμο να κραυγάζει συνεχώς

Ποτέ ξανά! Ποτέ ξανά! Ποτέ ξανα!  


ενώ τσιμπολογούσε τη  σάρκα  καθημαγμένων ντοματών 

χυμώδεις σαν τις γερασμένες πόρνες στις βιτρίνες του Amsterdam

φρίκαρα και τρέχοντας περίτρομος

σκόνταψα πάνω στο Rudyard Kipling

να κάθεται μόνος μονολογώντας 
- if, if, if, if, if, if -  ad nauseam 

πιο άχρηστη λέξη δεν έχω ξανακούσει

ζήτησα συγνώμη και συνέχισα την αλλοπρόσαλλη οδύσσειά μου

φτάνοντας στο πίσω μέρος με τους παχνιασμένους καθρέφτες

απ'  όπου έβλεπα σε πολλαπλά αντίφραφα 


 τον κουλό αμφιδέξιο νάνο του Archibald MacLeish

να βάζει φωτιά στο χοντρό δάκτυλο του ποδιού του

αρκετά είχα δει σ΄αυτό το μουρλοθέατρο μπακάλικο της συμφοράς

και άνοιξα το βήμα μου να φύγω 


όταν ω θαύμα νάτος και ο σωσίας του Walt Whitman

ανάμεσα στα κρεμαστά χοιρομέρια και τα ακέφαλα μοσχάρια

με τη μυτερή γενειάδα του να δείχνει προς την έξοδο

σαν να μου'λεγε 'φυγε φύγε' πριν είναι αργά

ένιωσα το κρύο να με περονιάζει

τουρτούριζοντας χώθηκα σαν τη χελώνα μες στο πανωφόρι μου  

και με σκυμμένο το κεφάλι ελίχθηκα σαν αρουραίος

μέσα στο λαβύρινθο των στριφτών διαδρόμων

σταματώντας μόνο για ν' αρπάξω ένα μεγάλο μπουκάλι bourbon

τέλος έφτασα στο ταμείο όπου ένας κουκουλοφόρος

στριφογυρίζοντάς σαν μαζορέτα ένα  μακρύ κοντάρι
 

πήρε τα λεφτά από τη χούφτα μου και χωρίς να πει κουβέντα

σηκώσε το χέρι του δείχνοντας τη φωτεινή επιγραφή EXIT

που αναβόσβηνε πάνω από την ανύπαρκτη πόρτα

του supermarket του  Ginsberg




Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Στο μυαλό του Δάντη

  “semo perduti, e sol di tanto offesi,
            che sanza speme vivemo in disio”
                                            Dante Alighieri,
                                                 La Divina Commedia, Inferno, iv. 41-42


Πόρρω απείχαμε από τον προορισμό μας
Ο ήλιος καψάλιζε τα ματοτσίνορά μας
Τα πυρωμένα ξίφη του 
Μαστίγωναν τα κορμιά μας
Λιωμένα κομμάτια χύνονταν οι σάρκες μας
Το αίμα μαύρο κατράμι έρεε
Τσιτσίριζε σαν καμένο λίπος
Φούσκωνε τις φλέβες μας
                  
Στον κατάφυτο ουρανό,
Πράσινος και ευωδιαστός,
Τα κρεμαστά δέντρα της Εδέμ
Καμιά  εύσπλαχνη σκιά
Δεν έριχναν πάνω μας
Ακόμα και οι δικές μας σκιές
Μας είχαν εγκαταλείψει
Μόνοι κυλιόμασταν
Στην αποτεφρωμένη γη
Κι από τις στάχτες μας
Ξανά  και ξανά και ξανά
Θέρiευε ο ίμερος

Αυτή ήταν η επιθανάτια τιμωρία μας
Να καιγόμαστε αιώνια ζωντανοί
Σφαδάζοντας στην αξόδευτη λαγνεία
Των αμετανόητων αμαρτιών μας
Χωρίς  ποτέ να λιώνουν τα κορμιά  μας 
Χωρίς ποτέ να αγγίζουμε
Τον οργασμικό θεό της επιλογής μας

Κι ας μύριζαν θάνατο τα χνώτα του
Θάνατο δεν βλέπαμε
Κανένας βαρκάρης δεν μας περίμενε
Κανένας ποταμός δεν μας πήγαινε απέναντι
Κι όσο και να εκλιπαρούσαμε
Γονυπετείς με ύμνους αιθέριους
Εξυψωμένες φωνές έκπτωτων αγγέλων 
Summae Deus clementiae
Summae Deus clementiae
Στα στήθη της εράσμιας λήθης
Δεν θα κοιμόμασταν ποτέ

Καμιά φωτιά δεν θα μας εξάγνιζε
Καμιά Βεατρίκη δεν μας περίμενε
Και ο Βιργίλιος προ πολλού είχε χαθεί  

Ώσπου  ……

Φτάσαμε στα ανήλιαγα μέρη της γης
Στα αρχέγονα, αλαργινά δάση
Τα αναμάρτητα, τα άφθαρτα στο χρόνο
Σκοτεινιασμένα από αυγής ξημέρωμα

Μπροστά μας τρεμούλιαζε μια λίμνη
Πράσινη  και δροσερή- τέτοια κάλλη 
Πώς να μη τα γευτουν οι πύρινες γλώσσες 
Που έγλείφαν τα κορμιά μας
Τυφλωμένοι από πόθο- δεν είδαμε την πινακίδα
Omnes relinquite spes, o vos intrantes
Και μαγεμένοι  ριχτήκαμε στα πλάνα μάτια της
Τα αποξεραμένα χείλη μας 
 Για λίγο να ξεδιψάσουμε

Και εκεί μας βρήκαν τα χειρότερα!

Μόλις τα χείλη μας
Στα δικά της ακουμπήσαμε
Ο ήλιος σπάραξε κι εν ριπή στερνού τινάγματος
Τελειώνοντας βόγκηξε  κι έσβησε
Αποκαμωμένος από το ίδιο του το πάθος

Τότε  ή λίμνη άστραψε και πάγωσε
Κανείς δεν πρόλαβε τη συμφορά
Κι έγινε τάφος διάφανος
Κρυστάλλινος σαν καθρέφτης 

Πρώτα τα πόδια ξύλιασαν
Κι έπειτα το σώμα όλο
Ουρλιάζαμε και με τα χέρια μας 
Τον πάγο γρονθοκοπούσαμε
Μα μάταιος ο κόπος
Το ρίξαμε στις προσευχές εκλιπαρόντας
Θεούς και δαίμονες στο κολαστήριο της φωτιάς
Ξανά τα άψυχα κορμιά μας να πετάξουν
Μα κανείς δεν άκουγε


Ώσπου ... 

Παραδοθήκαμε μην έχοντας άλλη ελπίδα
Στην τιμωρία των ανέραστων θεών
Που σε κανένα θεό ποτέ δεν πίστεψαν



Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012




Σου το λέω δεν φοβάμαι

Σου το λέω
δεν φοβάμαι!
Πέρα από τα άκρα
να με πας
δεν φοβάμαι !
Στα χέρια μου
μαύρα γάντια φορώ
και στα μάτια μου
κόκκινο φουλάρι
Στον αφαλό σου
δέσε με
και στη σκοτεινή ύλη
του πόθου σου
 θάψε με !
Με στάχτη 
από ιερές φωτιές 
το κορμί μου μαύρισε 
και στο άβατο
της γης σου
άφησέ με
λιπόθυμη
μειλίχια
να κατέβω 
στα έγκατα της γης σου
στον ιερό σου τρίποδα
να θρονιαστώ
ως σύγχρονη Πυθία
και με τις αναθυμιάσεις
του κορμιού σου
να εκστασιαστώ
σε ένθεη μέθη
το μοιραίο μου χρησμό
στο στόμα σου
να ψιθυρίσω
Στο μυστικά του έρωτα
μύησε με!
Και στο βωμό 
της πιο γλυκιάς λήθης 
θυσίασε με !
Σου το ξαναλέω:
δεν φοβάμαι!

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Τροχιά Θανάτου

 









Σε τούτη 'δω την τροχιά του Θaνάτου
μακρύ χέρι τζογαδόρου σ' έριξε
μια άτυχη ζαριά είσαι
-μη γελιέσαι-
αμολημένη στη μαύρη τσόχα 
του αχανούς σύμπαντος 
-τίποτα παραπάνω-
γι αυτό μη ψάχνεσαι
απλή και αρχέγονη  η ιστορία σου 
απο καταβολής ανθρώπου 
ίδια και απαράλλαχτη                  
έρμαιο της κοινής μοίρας 
των ανθρώπων είσαι κι εσύ
να στροβιλίζεσαι κατάκοπος 
κυνηγώντας την ουρά σου
ξανά και ξανά και ξανά
μαζεύοντας  σκόνη και σκουριά
μαζεύοντας σκόρο και αράχνες
μπροστά στα μάτια σου 
 μέρα με τη μέρα
μια ασύλληπτη φρίκη 
θα γιγαντώνεται 
και θα φοβάσαι
θα φοβάσαι πολύ
όσο δεν φοβήθηκες ποτέ σου
το φως θα λιγοστεύει γύρω σου
όπως τα μαλλιά της κεφαλής σου
όπως οι γερμένες σε δεκανίκια μέρες
που σου'χουν απομείνει
θα γυρνάς και θα γυρνάς και θα γυρνάς
σαν μικρός δερβίσης επι σκηνής θα μετράς
τους ασήμαντους κύκλους της ζωής σου
τις θύελλες που σχεδόν σε τσακίσανε
τους έρωτες που σχεδόν σε λιανίσανε
τα τερατώδη κύματα που σχεδόν δάμασες  
τα σχεδόν και παραλίγο που στερήθηκες
τα τετελεσμένα που δεν πρόλαβες
τη ματαιότητα της μάχης που'δωσες   
μη περιμένεις από κανέναν να σε λυπηθεί
όπως γεννήθηκες  
έτσι θα φύγεις 
ουρλιάζοντας
αβοήθητος
                  -και προπαντός μονάχος-