Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Απόσπασμα από το βιβλίο μου



.....και το όνειρο αυτό μπήκε στα αζήτητα όπως τόσες άλλες προσδοκίες που κάποτε τροφοδοτούσαν με νόημα τη ζωή της. Τώρα η ζωή της δεν είχε κανένα νόημα, κανένα όνειρο να της χαρίσει αξία, να δικαιολογήσει την ύπαρξή της .  Η σκέψη πως μια μέρα θα πέθαινε και η ζωή της δεν θα άφηνε κανένα ανεξίτηλο σημάδι στο φάσμα της αιωνιότητας τη γέμιζε με φρίκη και οδύνη.  Η ίδια θα εξαϋλωνόταν χωρίς να αφήσει κανένα  ίχνος πίσω της, κανένα αποδεικτικό στοιχείο πως κάποτε υπήρχε, ανέπνεε, περπατούσε στη γη, σκεφτόταν και ονειρευόταν.  Η βεβαιότητα αυτή τη συνέτριβε και την προκαλούσε τέτοια σφοδρή υπαρξιακή κρίση που αδυνατούσε να χαρεί ακόμα και τα πιο απλά πράγματα στη ζωή της. Η ματαιότητα της ζωής ακύρωνε την ίδια τη ζωή, εκμηδένιζε τα πάντα.  Ίσως, αυτός να ήταν και ο λόγος που είχε βάλει ως τελευταίο στόχο της ζωής της τη συγγραφή  του βιβλίου της, πιστεύοντας πως, κατά τον τρόπο αυτό, με το να αφήσει πίσω της μια γραπτή μαρτυρία της ύπαρξής της, θα άγγιζε την αθανασία και θα νικούσε το θάνατο.  Ίσως και πάλι να ήθελε να εξορκίσει τους εσωτερικούς της δαίμονες με το να τους εξορύξει από μέσα της και να τους εξαναγκάσει να βγουν στο φως της αλήθειας, κάτι σαν αυτό-εξομολόγηση, χωρίς παπάδες, ξόρκια κι άλλες τέτοιες αηδίες.  «Αμαρτία ομολογημένη ουκ εστί αμαρτία!»  Όχι οτι πίστευε στην αμαρτία!  Ίσως, όμως, αυτό έπρεπε να κάνει για να φτάσει σ' ένα υψηλότερο επίπεδο αυτογνωσίας και συνειδητότητας πριν εγκαταλείψει το σώμα της και ενωθεί με το σύμπαν.  Ή μήπως απλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς αφού οι λέξεις εκκολάπτονταν μέσα της και έπρεπε να εξωθούν πριν την σκοτώσουν με τη βαρύτητα τους;  Πάντως, όπως και να είχε το πράγμα, όποιος και να ήταν ο λόγος, το βιβλίο έπρεπε να τελειώσει πριν χαράξει η καινούργια μέρα γιατί κάθε στιγμή που περνούσε μετρούσε αντίστροφα το λιγοστό χρόνο που της είχε απομείνει.