Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012




ΛΑΡΙΣΑ  (Οκτώβρης, 1985)

Σε τούτο' δω το ξενοδοχείο
δεν κοιμάται κανείς
οι πόρτες ανοιγοκλείνουνε
στο ρυθμό της ντίσκο
μπουμ, μπουμ, μπουμ!
ανεβοκατεβαίνουμε τις σκάλες
ωσάν νεκρώσιμη ακολουθία κατσαριδών
κρυφοκοιταζόμαστε με λοξές ματιές  
γεμάτοι καχυποψία
γεμάτοι τρόμο ο ένας για τον άλλον
κι όλοι μαζί για το τίποτα
το αδιανόητο τίποτα που χάσκει μπροστά μας 
σαν τάφος φρεσκοσκαμμένος έτοιμος
να καταβροχθίσει τις σάρκες μας, το νου μας,
και τη ζωή που μας δάνεισαν
σαν ρούχο από δεύτερο χέρι
κι άξαφνα η τρέλα μου χώνεται γροθιά
και στη σιωπή των κατσαριδών 
σηκώνω το ανάστημα μου
και φωνάζω:
“Βρε, για σταθείτε, ρε, παιδιά!
για πού το βάλατε όλοι;”
Μα κανείς δεν μ' απαντά
η μοναξιά φιμώνει τους μελλοθάνατους
στην πτέρυγα του death row
στην οδό των καταραμένων καταδικασμένων
όπου όλοι γεννηθήκαμε
σ' αυτόν τον αισχρό πηγαιμό 
στο πουθενά αυνανιζόμαστε κρυφά
πίσω από κλειστές πόρτες
με το ένα δάκτυλο στην ηδονή
και το άλλο δάκτυλο στην πρίζα


Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Αυτό το ποίημα δεν μου βγαίνει


Αυτό το ποίημα δεν μου βγαίνει 
Το κλώθω από 'δω  
Το κλώθω από 'κει 
Με πόνο ψυχής σμιλεύω
Το αγέννητο κορμί του 
Στα δυο μου χέρια
Δυο κούτσουρα ροζιασμένα
Κρατώ την ασάλευτη ανάσα του
Και εισπνέω μέσα του ζωή 
Μα αυτό δεν υπακούει στα χάδια μου 
Στην ανάγκη που του έχω
Να γίνει ύλη και ψυχή 
Πεισματικά αρνείται
Τους όμορφους στοίχους 
Που του γράφω 
Τη θεόπνευστη μουσική 
Που του τραγουδώ 
Τις ειδυλλιακές εικόνες του κόσμου  
Που του ζωγραφίζω  
Ασυγκίνητο απ΄τα κάλλη μου
Συστρέφεται μέσα μου 
Σαν μουρμούρα εμμονή  
Σκάβει ολοένα πιο βαθιά  
Στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου 
Και των μικρών πραγμάτων
Στα ανήλιαγeς γωνιές του κόσμου 
Τις αθέατες και ξεχασμένες
Στην ασημαντότητα της λεπτομέρειας
Που γεννά την ποίηση
Ταπεινά και σιωπηλά 
Ψάχνει να βρει το λαξευτή του