Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Στο μυαλό του Δάντη

  “semo perduti, e sol di tanto offesi,
            che sanza speme vivemo in disio”
                                            Dante Alighieri,
                                                 La Divina Commedia, Inferno, iv. 41-42


Πόρρω απείχαμε από τον προορισμό μας
Ο ήλιος καψάλιζε τα ματοτσίνορά μας
Τα πυρωμένα ξίφη του 
Μαστίγωναν τα κορμιά μας
Λιωμένα κομμάτια χύνονταν οι σάρκες μας
Το αίμα μαύρο κατράμι έρεε
Τσιτσίριζε σαν καμένο λίπος
Φούσκωνε τις φλέβες μας
                  
Στον κατάφυτο ουρανό,
Πράσινος και ευωδιαστός,
Τα κρεμαστά δέντρα της Εδέμ
Καμιά  εύσπλαχνη σκιά
Δεν έριχναν πάνω μας
Ακόμα και οι δικές μας σκιές
Μας είχαν εγκαταλείψει
Μόνοι κυλιόμασταν
Στην αποτεφρωμένη γη
Κι από τις στάχτες μας
Ξανά  και ξανά και ξανά
Θέρiευε ο ίμερος

Αυτή ήταν η επιθανάτια τιμωρία μας
Να καιγόμαστε αιώνια ζωντανοί
Σφαδάζοντας στην αξόδευτη λαγνεία
Των αμετανόητων αμαρτιών μας
Χωρίς  ποτέ να λιώνουν τα κορμιά  μας 
Χωρίς ποτέ να αγγίζουμε
Τον οργασμικό θεό της επιλογής μας

Κι ας μύριζαν θάνατο τα χνώτα του
Θάνατο δεν βλέπαμε
Κανένας βαρκάρης δεν μας περίμενε
Κανένας ποταμός δεν μας πήγαινε απέναντι
Κι όσο και να εκλιπαρούσαμε
Γονυπετείς με ύμνους αιθέριους
Εξυψωμένες φωνές έκπτωτων αγγέλων 
Summae Deus clementiae
Summae Deus clementiae
Στα στήθη της εράσμιας λήθης
Δεν θα κοιμόμασταν ποτέ

Καμιά φωτιά δεν θα μας εξάγνιζε
Καμιά Βεατρίκη δεν μας περίμενε
Και ο Βιργίλιος προ πολλού είχε χαθεί  

Ώσπου  ……

Φτάσαμε στα ανήλιαγα μέρη της γης
Στα αρχέγονα, αλαργινά δάση
Τα αναμάρτητα, τα άφθαρτα στο χρόνο
Σκοτεινιασμένα από αυγής ξημέρωμα

Μπροστά μας τρεμούλιαζε μια λίμνη
Πράσινη  και δροσερή- τέτοια κάλλη 
Πώς να μη τα γευτουν οι πύρινες γλώσσες 
Που έγλείφαν τα κορμιά μας
Τυφλωμένοι από πόθο- δεν είδαμε την πινακίδα
Omnes relinquite spes, o vos intrantes
Και μαγεμένοι  ριχτήκαμε στα πλάνα μάτια της
Τα αποξεραμένα χείλη μας 
 Για λίγο να ξεδιψάσουμε

Και εκεί μας βρήκαν τα χειρότερα!

Μόλις τα χείλη μας
Στα δικά της ακουμπήσαμε
Ο ήλιος σπάραξε κι εν ριπή στερνού τινάγματος
Τελειώνοντας βόγκηξε  κι έσβησε
Αποκαμωμένος από το ίδιο του το πάθος

Τότε  ή λίμνη άστραψε και πάγωσε
Κανείς δεν πρόλαβε τη συμφορά
Κι έγινε τάφος διάφανος
Κρυστάλλινος σαν καθρέφτης 

Πρώτα τα πόδια ξύλιασαν
Κι έπειτα το σώμα όλο
Ουρλιάζαμε και με τα χέρια μας 
Τον πάγο γρονθοκοπούσαμε
Μα μάταιος ο κόπος
Το ρίξαμε στις προσευχές εκλιπαρόντας
Θεούς και δαίμονες στο κολαστήριο της φωτιάς
Ξανά τα άψυχα κορμιά μας να πετάξουν
Μα κανείς δεν άκουγε


Ώσπου ... 

Παραδοθήκαμε μην έχοντας άλλη ελπίδα
Στην τιμωρία των ανέραστων θεών
Που σε κανένα θεό ποτέ δεν πίστεψαν



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου