Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου


Αυτήν τη δουλειά τη μίσησα σχεδόν όσο μίσησα το αφεντικό μου, ένας κοντός, γλοιώδης Πελοποννήσιος που εκτός του ότι πασάλειβε κάθε πρωί τα μαλλιά του με τόνους μπριγιαντίνη είχε και ένα μυτερό, μακρύ νύχι στο μικρό του δαχτυλάκι και μ’ αυτό  πότε σκάλιζε τη μύτη του και πότε τα αχαμνά του.  Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν οι εισπράξεις της ημέρας και ο ποπός μου που δεν έχανε ευκαιρία να τον χουφτώνει όταν νόμιζε πως κανείς δεν τον έβλεπε.  Όλη μέρα ζύγισα τις βρωμοπατάτες του, τα κρεμμύδια του, τα  μήλα του και αλλά σάπια ζαρζαβατικά χωρίς αυτός ν’ αφήνει τα μάτια του από πάνω μου μήπως και κάνω κανένα λάθος στην ταμειακή μηχανή και χρεώσω λιγότερα ή δώσω λάθος ρέστα  Δεν έχανε ευκαιρία να με επιπλήττει για τα λάθη μου, λες και εγώ είχα γεννηθεί μπακάλισσα.   Ευτυχώς δεν έμεινα πολύ σ’ αυτή τη δουλειά γιατί μετά από περίπου δύο εβδομάδες έβαλα το πόδι μου κάτω και  απλά αρνήθηκα να ξανάπαω.  Χρόνια αργότερα έμαθα πως η γυναίκα του κυρ Μανώλη, έτσι τον λέγανε το λεχρίτη, τον παράτησε και έφυγε μ’ ένα τεκνό δεκατρία χρόνια νεότερο της.  Χίλια μπράβο στην κυρία!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου