Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010



Το πρωί ξεμύτισα από την κρυψώνα μου γιατί ψιλόβρεχε.  Μ 'αρέσει η βροχή, το άγγιγμα της, το άρωμα της,  η  φωνή της.  Περπάτησα στη γειτονιά μου κάτω από τα δέντρα που πάνω στα φύλλα τους, σαν μικρές γυάλινες χάντρες, γυάλιζαν οι σταγόνες της βροχής. Είδα ένα ζητιάνο να κάθεται στο πλατύσκαλο μιας τράπεζας. Ήταν καμιά πενηνταριά χρονών και είχε τραβήξει την τραγιάσκα του μέχρι κάτω για να καλύψει το πρόσωπό του.   Είδα και καμιά δεκάρια παππούδες να καπνίζουν έξω από ένα καφενείο γιατί απαγορεύεται τώρα το τσιγάρο σε κλειστούς χώρους.  Η επόμενη στάση μου ήταν το super market. Στο ταμείο δεν μου έφτασαν τα χρήματα κι αναγκάστηκα ν' αφήσω την οδοντόκρεμα και το αποσμητικό.  Στο δρόμο κούναγα το κεφάλι μου και έριχνα ματιές μέσα στα μαγαζίά  που ήταν σχεδόν άδεια. Επέστρεψα σπίτι, έβαλα λίγο κρασί και άρχισα να γράφω ..Μακάρι να μπορούσα να μπω μέσα σε μια σταγόνα βροχής και να κούρνιαζα.  Ο κόσμος είναι πιο όμορφος από ΄κει. ...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου