Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου


Σε λίγα μόνο λεπτά βρεθήκαμε σε κάποιο αστυνομικό τμήμα στο κέντρο της πόλης, κοντά στο Βαρδάρη. Μας έβαλαν μέσα σε ένα μικρό, σκοτεινό και υγρό δωματιάκι γεμάτο σκόνη και καπνίλα. Οι τοίχοι είχαν εκείνο το απαίσιο βεραμάν χρώμα που έβλεπε κανείς στις περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες της χώρας.  Πίσω από την τζαμόπορτα υπήρχε ένα μικρό μπαλκονάκι γεμάτο σκουπίδια απ’ όπου περνούσαν ολόκληρες στρατιές από αστυνομικούς που μας περιεργάζονταν σαν να ήμασταν φρικιά που είχαν δραπετεύσει από κάποιο τοπικό τσίρκο. Τι διάολο είχαμε και μας κοιτούσαν όλοι έτσι; Με τα σπασμένα μου Ελληνικά, ρώτησα το χοντρό αστυνομικό που ήταν σφηνωμένος πίσω από ένα μικρό, γκρίζο, μεταλλικό γραφείο γιατί μας είχαν φέρει στο τμήμα.  Η απάντηση ήταν γελοία.  Έμοιαζα, είπε, με ένα κορίτσι που εξαφανίστηκε από τη γειτονιά μου και την έψαχναν οι γονείς της. Του είπα πως ήταν αδύνατον να είμαι το κορίτσι αυτό γιατί οι γονείς μου ήταν στην Αμερική. Δεν έδωσε καμία σημασία σ’ αυτό που του είπα και συνέχισε να καπνίζει ασταμάτητα.
            Μετά από περίπου μία ώρα άνοιξε η πόρτα και ένας αστυνομικός μού  έκανε νεύμα να τον ακολουθήσω. Μαζί μου σηκώθηκε και η αδελφή μου αλλά ο τροφαντός μπάτσος την εμπόδισε να με ακολουθήσει.  Σε λίγο βρέθηκα σ’ ένα γραφείο ολόιδιο με το άλλο· το ίδιο απαίσιο βεραμάν χρώμα στους τοίχους.  Πίσω από ένα άλλο μεταλλικό γραφείο, λίγο μεγαλύτερο αυτήν τη φορά, καθόταν ένας άλλος ένστολος. Ήταν μεσήλικας με γκρίζα μαλλιά και φορούσε μια διαφορετική, πιο περίτεχνη στολή. Μάλλον διοικητής θα ήταν.  Μόλις μπήκα μέσα, είχε την ευγένεια να σηκωθεί από τη θέση του  κι αφού με καλημέρισε, απλώνοντας το χέρι του, μου έδειξε τη μικρή, ξύλινη καρέκλα που βρισκόταν μπροστά από το γραφείο του και μου είπε να καθίσω. Μου ζήτησε όλα τα στοιχεία μου, όνομα, πατρώνυμο, τόπο καταγωγής και τα λοιπά.  Εγώ καθόμουν στην καρέκλα, ήρεμη, ατάραχη, μπορώ να πω πως το διασκέδαζα κιόλας.  Όταν τελείωσε με τα στοιχειά που δήθεν δεν γνώριζε, σηκώθηκε και αφού έδεσε τα δυο του χέρια πίσω από την πλάτη του, προχώρησε με αργά, απειλητικά βήματα προς το μέρος μου.
            Καθάρισε τη βραχνάδα από τη φωνή του και με ύφος αυστηρό ρώτησε: «Δεσποινίς, που το πήρατε αυτό το μπλουζάκι;»
            «Το αγόρασα στην Αμερική» του απάντησα ψύχραιμα.
 «Είστε σίγουρη, δεσποινίς;»
            «Φυσικά είμαι σίγουρη» του είπα «όπως με βλέπετε  και σας βλέπω».
            «Και το σήμα αυτό;  Πάνω στη μπλούζα.   Εσείς το κεντήσατε;»
            Μα τι έλεγε ο ηλίθιος;  Εγώ δεν ήξερα καν τι θα πει η λέξη κέντημα.  Πρώτη φορά στην Ελλάδα είχα δει γυναίκες να κεντούν με τόση μανία. Κάθονταν στις αυλές τους ή στα μπαλκόνια τους και ώρες ολόκληρες μανιωδώς κένταγαν την προίκα τους: λουλούδια, τοπία, πορτραίτα, μέχρι και την Παναγία με το θείο βρέφος είχα δει να κεντάει μια γειτόνισσα.
            Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι. Τους μπάτσους ή pigs (γουρούνια) όπως τους αποκαλούσαμε στην Αμερική τους είχα ήδη βάλει στη μπούκα του κανονιού και δεν τους φοβόμουν καθόλου. Στην Αμερική της ταραγμένης δεκαετίας του '60 και ‘70, οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών στις αντιρατσιστικές και αντιπολεμικές διαδηλώσεις ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο.  Θυμήθηκα τα επεισόδια που είχαν ξεσπάσει στο κέντρο της Βοστόνης λίγο μετά τη δολοφονία του Martin Luther King.  Έτυχε να βρεθώ στο σημείο κοντά και να δω με τα ίδια μου τα μάτια το αίμα των διαδηλωτών να ρέει σαν κόκκινο ποτάμι στους δρόμους. Αυτή ήταν "the land of the free and the home of the brave!" όπως διέτεινε ο εθνικός τους ύμνος!  Ας γελάσω!! Εδώ, τουλάχιστον ο εχθρός ήταν ορατός και κανείς δεν μιλούσε για δημοκρατία όπως έκαναν στην Αμερική.
            «Σας ρώτησα κάτι δεσποινίς. Εσείς το κεντήσατε αυτά το σήμα;» επανέλαβε ο μπάτσος.
            «Όχι, δεν το κέντησα εγώ. Σας είπα, την αγόρασα έτοιμη από ένα πολυκατάστημα της Βοστόνης» απάντησα χωρίς να μπορώ να κρύψω τον κλιμακούμενο εκνευρισμό από τη φωνή μου.
            «Είστε σίγουρη, δεσποινίς;» επέμεινε.
            Τον κοίταξα σαν να έβλεπα για πρώτη φορά τα ποντικίσια του μάτια, το ηλίθιο, στριφογυριστό μουστάκι του και την πιτυρίδα που αλατοπιπέρωνε τους ώμους του και μ έφερνε αναγούλα στο στομάχι.
            «Ναι, είμαι σίγουρη» ξαναείπα, προσπαθώντας να μη χάσω τη ψυχραιμία μου.
            «Σίγουρα;» ρώτησε και ένα πονηρό χαμόγελο ανασήκωσε ελαφρώς της άκρες των χειλιών του.  
            Ε, αυτό ήταν! Κάτι μέσα μου έκανε μπαμ και χωρίς να καταλάβω τι πήγαινα να κάνω, τινάχτηκα από τη θέση μου και αρπάζοντας το κάτω μέρος της μπλούζας μου με τα δυο μου χέρια, έκανα να την τραβήξω πάνω από το κεφάλι μου, έτοιμη να τη βγάλω και να του την πετάξω στη μούρη. 
            «Θέλετε να την βγάλω;  Να σας δείξω την ετικέτα από πίσω;» άκουσα τον εαυτό μου να τσιρίζει.  
            Αυτός χλόμιασε, πετάχτηκε από την καρεκλά του και κουνώντας μανιωδώς τα χέρια γύρω από το κεφάλι του, φώναξε: «Όχι, όχι δεσποινίς. Δεν χρειάζεται. Καθιστέ, σας παρακαλώ. Ηρεμήστε! Ηρεμήστε!»
            Εγώ μια χαρά ήρεμη ήμουν ή τουλάχιστον έτσι έδειχνα. Αυτός τα είχε χάσει με την τόσο απότομη όσο και άσεμνη χειρονομία μου.  Ξανακάθισα στη σκληρή, ξύλινη καρέκλα μου.  Το ίδιο έκανε και εκείνος. Τον είδα να παίρνει μερικές βαθιές αναπνοές σε μια προσπάθεια να ελέγξει την ταραχή του.  Σιγά σιγά, το κόκκινο χρώμα που είχε ανάψει τα μούτρα του υποχώρησε.  Έβγαλε ένα μαντήλι από τη τσέπη του, σκούπισε τον ιδρώτα που γυάλιζε τη φαλάκρα του και στη συνέχεια άναψε ένα τσιγάρο. 
«Θέλετε ένα τσιγάρο, δεσποινίς;»
«Ναι, θα πάρω ένα, ευχαριστώ».
Μου άναψε το τσιγάρο με χέρια που ελαφρώς έτρεμαν. Όταν ξανακάθισε στην καρέκλα του φύσηξα τον καπνό κατευθείαν πάνω στη μούρη του.
            «Ξέρετε, δεσποινίς, εμάς εδώ στην Ελλάδα δεν μας πολυαρέσει αυτό το σήμα.  Μη το ξαναβάλετε.  Για το καλό σας σας το λέω.  Πιστέψτε μου».
            Όλα τελικά για το καλό μας γίνονται.  Δεν είπα τίποτα.  Εξάλλου, τι να πω αφού η αλήθεια ήταν πως δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.  Τι στο καλό είχε αυτό το σήμα και τους εξαγρίωνε όλους δεν μπορούσε να καταλάβω. Για ακόμη μια φορά σκέφτηκα πόσο μυστήριοι μου φαίνονταν όλοι σ' αυτήν την παράξενη χώρα.  Είχα αρχίσει να αισθάνομαι σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, σαν να είχα περάσει το κατώφλι μιας μυστικής πόρτας, σε έναν κόσμο όπου τα πάντα φάνταζαν αστεία, παράλογα και άκρως επικίνδυνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου