Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Απόσπασμα από το βιβλίο μου


Μόλις που προλάβαμε να γυρίσουμε σπίτι από το πανεπιστήμιο πριν οι νεαροί φαντάροι μας πυροβολήσουν πισώπλατα μέσα στο ομιχλώδες σκοτάδι της νύχτας. Σπαρταράω σαν το ψάρι. Στέκομαι, μαρμαρωμένη, στη μέση της κουζίνας, βουβή, ανίκανη να αρθρώσω την παραμικρή λέξη, να καταφέρω την παραμικρή κίνηση στο κορμί μου. Τα μαλλιά μου στάζουν πάνω στη πολύχρωμη κουρελού της γιαγιάς μου. Οι σταγόνες που πέφτουν σχηματίζουν μια λιμνούλα στα πόδια μου μέσα στην οποία πλατσουρίζει χαρούμενα ο Πουσίνκο, ο κίτρινος tabby του Χαμίντ.

Έξω η παχύρρευστη αντάρα σκαρφαλώνει σαν γκρίζο θεριό τα μπαλκόνια της γειτονιάς, γλείφει τα τζάμια της μπαλκονόπορτας του σαλονιού, μπαίνει μέσα από τις χαραμάδες των κουφωμάτων, εισχωρεί στα κορμιά μας και στις καρδιές μας. Ο Πουσίνκο πηδάει σαν χαριτωμένη μπαλαρίνα πάνω στο ντιβάνι και αφού γλείφει τα μουστάκια του, κουλουριάζεται πάνω στα ξυλιασμένα μου πόδια. Ακούω τη φωνή του Χαμίντ να με ρωτάει κάτι, μια φωνή γνώριμη, αγαπητή αλλά ταυτόχρονα απόμακρη και ξένη στ’ αυτιά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου