Life's but a walking shadow, a poor player, that struts and frets his hour upon the stage, and then is heard no more; it is a tale told by an idiot, full of sound and fury, signifying nothing. William Shakespeare
Σάββατο 26 Μαρτίου 2011
Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
Σοφονίσμπε!
Σοφονίσμπε
Η αγάπη μου στην έρημο κοιμάται
Πρόσωπο βαμμένο λουλακί
Σαν σπάνιο μπλε φεγγάρι
Κοιμάται κι ονειρεύεται
Μια πριγκίπισσα απαράμιλλης ομορφιάς
Νεκρή κόρη της Καρχηδόνας.
Σοφονίσμπε ! Σοφονίσμπε!
Φωνάζει κι απ' τ' όνειρό του
Aθάνατος Φαραώ ξυπνάει
Και την αγάπη του γυρεύει
Απ΄τη μαύρη λήθη ν' αναστήσει.
Σοφονίσπε! Σοφονίσμπε!
Μα κανείς δεν τον ακούει
Στης ερήμου τη σιγή οι Ερινύες
Σαν τον άνεμο Σιρόκο
Μες στ' αυτιά του σφυρίζουν
Και απαντούν::
Και απαντούν::
Ω εσύ! Απόγονε των βασιλιάδων της Νουμιδίας
Δειλέ ήρωα της πεντάρας!
Τι ζητάς και τ’ όνομα της Σοφονίσμπε
Στα ιοβόλα χείλη σου ακουμπάς;
Άκου καλά, και τον πόθο σου σβήσε!
Η Σοφονίσμπε στον κόσμο δεν ζει πια!
Της προδοσίας σου το πικρό φαρμάκι
Στις φλέβες της αιώνια πλέον θα κυλά!
Στις φλέβες της αιώνια πλέον θα κυλά!
Άκου, αν θες, το χρίσμα της ερήμου
Και απ' το αίμα της Σοφονίσμπε πιες
Τη ψυχή της ν΄αναπαύσεις
Τη ψυχή της ν΄αναπαύσεις
Και τις πύρινες δάδες της οργής μας
Μια για πάντα να σβήσεις
Απ' της ερήμου τα ήσυχα βουνά!
Μια για πάντα να σβήσεις
Απ' της ερήμου τα ήσυχα βουνά!
Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011
Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011
Ψάχνω
Ψάχνω τα απολεσθέντα νοήματα
στα λεξικά
στις εγκυκλοπαίδειες
στα έργα των μεγάλων δημιουργών
στις θολωτές βιβλιοθήκες
στις τρουλωτούς ναούς
στις συνταγές του Τσελεμεντέ
στα αρχαία μαντεία
στους μυστικούς κωδικούς του Torah
στα κατακάθια του καφέ
στις λίστες του Whitman
στο ρω και το τα του έρωτα
στις θολωτές βιβλιοθήκες
στις τρουλωτούς ναούς
στις συνταγές του Τσελεμεντέ
στα αρχαία μαντεία
στους μυστικούς κωδικούς του Torah
στα κατακάθια του καφέ
στις λίστες του Whitman
στο ρω και το τα του έρωτα
και στα ευτελή επεισόδια
της καθημερινότητας μου.
Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011
Καβάλα στο φτερό του καρχαρία
Καβάλα στο φτερό του καρχαρία
Καβάλα στο φτερό του καρχαρία
παρά πιο λογικές μου αντιδράσεις
να ιππεύσω την πλάτη
μιας χιλιοποδαρούσας
και να σέρνομαι στη γη
με χίλια πόδια
Αντ΄ αυτού
προτίμησα το θαλασσινό το βίο!
Κοιτάχτε με!
Πέρα από τον ορίζοντα
Κοιτάχτε με!
Πέρα από τον ορίζοντα
παιδί του ανέμου
και της αύρας πνοή!
Αν και....
έρχονται στιγμές που
μες στη γυαλινή σιωπή
του μισοφέγγαρου του κύματος
και της αύρας πνοή!
Θαλασσοπόρος αγέρωχος
και μαγεμένος ταξιδευτής!
.και μαγεμένος ταξιδευτής!
Αν και....
έρχονται στιγμές που
μες στη γυαλινή σιωπή
του μισοφέγγαρου του κύματος
τις χιλιοποδαρούσες βλέπω
παρατεταμένες στη στεριά
περιμένοντας το σύνθημα
παρατεταμένες στη στεριά
περιμένοντας το σύνθημα
τα πόδια τους να σηκώσουν
εν-δυό , εν-δυό
ένα βήμα μπρος και δέκα πίσω
εν-δυό , εν-δυό
στην ασάλευτη γη
κάτω από τα ποδιά τους
Και τότε συλλογίζομαι
μήπως κι εγώ
κάποια μέρα
βρεθώ οϊμέ!
να έρπω στις ακτές
με χίλια πόδια
Aν και θαρρώ
πως οι ακτές
είναι μόνο για χιλιοποδαρούσες…
I Hate Mondays
Τρίτη μέρα της αναρρωτικής μου άδειας. Δεν θέλω να ξαναπάω στη δουλειά ΠΟΤΕ. Το μόνο που θέλω είναι να είμαι ελεύθερη να γράφω όλη μέρα, να ορίζω εγώ τον εαυτό μου και κανείς άλλος. ΘΕΛΩ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΠΙΣΩ!!!
Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011
Συννεφιά και φύλλα
Μολυβένιος ουρανός! Οι ήχοι από το δρόμο που φτάνουν στ' αυτιά μου είναι πνιγμένοι σε γκρίζο πέπλο σιωπής. Τέλειος καιρός για γράψιμο.Ο ήλιος ποτέ δεν μ' εμπνέει. Τι έχει να μου πει αφού όλα ανελέητα τα σκεπάζει με την εκτυφλωτική του λάμψη; Την ομορφιά της αλήθειας πρέπει να την αναζητάς στις ανήλιαγες γωνιές του κόσμου, στο κίτρινο μαραμένο φύλλο του μακρινού δάσους που σεμνά βουτάει τη γλωσσίτσα του στο ρυάκι που κυλάει δίπλα του για να πιει λίγο νεράκι ... ....
Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011
Η Αθηνούλα
Χθες φίλησα το κεφαλάκι της Αθηνούλας. Οι χρυσές της μπούκλες αλαφρομύριζαν λεμόνι. Καθόμασταν και ταΐζαμε τους γλάρους που είχαν ξεστρατίσει μέχρι την αυλή του σχολείου μας.
"Κυρία, τα παιδιά δεν με παίζουν".
"Δεν πειράζει, Αθηνούλα, σε παίζω εγώ!"
"Το ξέρω, κυρία".
"Είσαι πολύ όμορφη, το ξέρεις;"
"Πείτε το στα παιδιά, κυρία!"
"'Οχι, σε σένα το λέω! Δεν με πιστεύεις;"
"Σας πιστεύω, κυρία".
"Σημασία έχει να το πιστέψεις εσύ, Αθηνούλα".
"Μάλιστα, κυρία, το πιστεύω. Για να το λέτε εσεις...."
Και τη ξαναφίλησα. Ήταν η ευτυχέστερη στιγμή της μέρας μου.
Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011
Απόσπασμα από το βιβλίο μου
Κοιτάζοντας πίσω στο δεύτερο αυτό μεγάλο “λάθος” της ζωής της, ανάλογα με τη στιγμή και τη διάθεση, άλλοτε ένιωθε ντροπή και αποτροπιασμό, και άλλοτε απέραντη χαρά και ευγνωμοσύνη που η ζωή, έστω και τόσο αργά, της είχε κάνει δώρο την απόλυτη σαρκική απόλαυση. Στα σκέλια του Ηλία βρήκε τον επίγειο παράδεισο, αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν “la petite mort” (ο μικρός θάνατος), ο οργασμός που υπερβαίνει τα εγκόσμια δεσμά των θνητών ανθρώπων και αγγίζει το θανατο, η κορυφαία ηδονή που λυτρώνει, απογειώνει, συναντά το Θεό και ενώνεται μαζί του. Στα στιβαρά μπράτσα του Ηλία, εγκατέλειπε το σώμα της, δεν είχε χέρια, πόδια, κεφάλι, νου, σκέψη τίποτα ανθρώπινο και φθαρτό, γινόταν μια άυλη ουσία, μια έκρηξη ηδονής που συντάραζε ολόκληρο το σύμπαν. Εκείνο τον καιρό δεν ήθελε τίποτα άλλο από τη ζωή παρά μόνο να βρίσκεται συνεχώς στο κρεβάτι με τον Ηλία, να του δίνεται ξανά και ξανά, να χάνονται ο ένας μέσα στην ανυπαρξία του άλλου, να σφίγγονται μέσα στη θεϊκή λήθη του έρωτά τους.
Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011
Απόσπασμα από το βιβλίο μου
Tον είδε να κάθεται ανακούρκουδα, ένας εκστασιασμένος γκουρού, πλαισιωμένος από αρωματικά κεριά, αγκαλιά με την κιθάρα του, το φωτισμένο του πρόσωπο ανασηκωμένο προς τον ουρανό, τα μάτια του κλειστά, να ερμηνεύει με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο, το νοσταλγικό τραγούδι του Enrico Macias. Ο χρόνος που είχε μεσολαβήσει από το τότε μέχρι τώρα έλιωσε στα πυρά της φλογερής της φαντασίας και είδε τον εαυτό της να κάθεται δίπλα του, νέα και όμορφη, θλιμμένη, γνωρίζοντας πως ο έρωτάς τους είχε ημερομηνία λήξης, πως κάποια μέρα θα την εγκατέλειπε...
Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011
Απόσπασμα από το βιβλίο μου
Συνεχώς σκέφτομαι αυτό που συντελείται μέσα στο κορμί μου, στη σκοτεινή, αόρατη ύλη του εαυτού μου. Το φαντάζομαι κάτι σαν το μωρό της Rosemary στην ταινία του Polansky με τη Mia Farrow και το John Kassavetes, ένα μικρό σατανικό τέρας μερικών εκατοστών να στριφογυρίζει σαν τρυπάνι μέσα μου, ένα πράγμα κάτι σαν σκουλήκι, γλοιώδες και γυαλιστερό, να σκάβει μικρές τρυπίτσες στα εσωτερικά μαλακά μάγουλα της μήτρας μου, να μασουλάει αδιάκοπα τα διάφορα όργανα του κορμιού μου. Αυτές τις μέρες, εκτός από τα νύχια μου και τα συκώτια μου, δεν τρώω απολύτως τίποτα. Ούτε τα καταπληκτικά εδέσματα του Μάριου μπορούν να με δελεάσουν. Η ιδέα της ασιτίας σφηνώνεται στο μυαλό μου και μοιάζει σαν την τέλεια λύση. Θα το πεθάνω της πείνας, Μαζί με μένα και αυτό. Πόσο θα αντέξει;
There are no songs left to sing
There are no songs left to sing
No poems left to write
The stars avert their gaze in a sky
Blacker than the bottom of a frying pan
Wondering in deep disgust
What world is this that sleeps but never dreams?
Where are the poets and the bards?
And the lovers who once sang praise
To our beauty and charms?
Where is Selene our pregnant lady of light
On whose silver belly men pondered
The myriad mysteries of life?
Snuffed are the beacons in the heavens above
The doom-mongers and the naysayers of the world
Speak the truth while the truth-sayers
Speak the truth while the truth-sayers
utter blasphemous lies in the ears
Of foolish men
The crimson tide roars drenching
The quick sands of drowning innocence
Choking on its own damned fury
While cries of Kyrie eleison go unheard
In the raging abyss of darkness above
No god claims the human beast
Who rears its gruesome head
And dreams no more.
Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011
My vices are as sweet as honey drops
My vices sweet as honey
drops thick and silky smooth
drops thick and silky smooth
how they quiver
like a second's pleasure
on your wayward gypsy tongue
like a second's pleasure
on your wayward gypsy tongue
when in gentle laps
it climbs my mons veneris
it climbs my mons veneris
and wipes the dew off
my sacred swollen mound
my sacred swollen mound
quenchimg for a dying moment
its ravishing thirst
then replenished
crafts its way through
ravines ruby deep and dark
its ravishing thirst
then replenished
crafts its way through
ravines ruby deep and dark
plunging right to the core
of my melting resistance
I can wait no more
and in sheer abandon
and in sheer abandon
I offer up my nakedness
in all its gruesome glory
as shamelessly as
a new born babe
I cry out my release
in tears of joy
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
My lover has no face
My lover has no face
No eyes no nose no lips
No eyes no nose no lips
Nor body I can hold
He is but a voice
a ghost of eloquence
Pervasive in my writhing ecstasy
I can not see him as he slips
Inside my oozing crevices
A stretched out drum of sheer sensation
In his transparency I become
In flaming tongues of poetry
He breathes new life into me
Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010
Ginsberg´s supermarket
I wandered into Ginsberg´s supermarket tonight
the neon chill crawled up and down the aisles
like bony fingers rippling my spine
I saw him there standing by the plums and avocadoes
stroking Whitman´s book in one hand
and the rolling hills of cantelopes in the other
sniffing their soft mellow belllies in sensual delight
I looked away embarassed ...pathetic it was
as was my own solitary aching and so
Ι turned to leave when out of nowhere
Edgar Allan Poe appeared before me
among the hot peppers and celery stalks
gaunt and ghostly in bleak black attire
his obnoxious raven perched on his middle fleshless finger
forever croaking nevermore.. nevermore ... nevermore
as it pecked at the ripe rotting tomatoes on display
like the aging whores in Amsterdam
I hurried on a in stark terror and stumbling
tripped over good ol' Rudyard Kipling
over by the frozen food section
muttering if,if, if,if, if, if,if,if,if,if
ad nauseam ....
never a more useless word thought I
and sweeping my gaze in another direction
beheld Archibald Leish's armless ambidextrian midget
match in hand setting fire to his big, fat toe
I had had enough and turned to retrace my steps
when lo and behold there he was Walt Whitman himself
amidst the hanging hams and headless cows
his beard pointing to the flashing word EXIT
as if directing me to abandon my senseless search
I felt cold inside and shivering incontrollably
pulled my collar up as I made my way
through the ghastly maze of twisted corridors
then grabbing a bottle of bourbon I hastened my step
until I got to the check out counter where stood
behind the cash register the black-hooded man twirling a giant pole
as if it were a baton at a circus side show
and taking my money showed me the exit
pointing to the wall that had no door
the neon chill crawled up and down the aisles
like bony fingers rippling my spine
I saw him there standing by the plums and avocadoes
stroking Whitman´s book in one hand
and the rolling hills of cantelopes in the other
sniffing their soft mellow belllies in sensual delight
I looked away embarassed ...pathetic it was
as was my own solitary aching and so
Ι turned to leave when out of nowhere
Edgar Allan Poe appeared before me
among the hot peppers and celery stalks
gaunt and ghostly in bleak black attire
his obnoxious raven perched on his middle fleshless finger
forever croaking nevermore.. nevermore ... nevermore
as it pecked at the ripe rotting tomatoes on display
like the aging whores in Amsterdam
I hurried on a in stark terror and stumbling
tripped over good ol' Rudyard Kipling
over by the frozen food section
muttering if,if, if,if, if, if,if,if,if,if
ad nauseam ....
never a more useless word thought I
and sweeping my gaze in another direction
beheld Archibald Leish's armless ambidextrian midget
match in hand setting fire to his big, fat toe
I had had enough and turned to retrace my steps
when lo and behold there he was Walt Whitman himself
amidst the hanging hams and headless cows
his beard pointing to the flashing word EXIT
as if directing me to abandon my senseless search
I felt cold inside and shivering incontrollably
pulled my collar up as I made my way
through the ghastly maze of twisted corridors
then grabbing a bottle of bourbon I hastened my step
until I got to the check out counter where stood
behind the cash register the black-hooded man twirling a giant pole
as if it were a baton at a circus side show
and taking my money showed me the exit
pointing to the wall that had no door
Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010
Like a worm
Like a worm
like a worm
you squiggle
in and out
round and about
poking here
digging there
nip a bud
trample a root
suck the sap
father baby worms
all slimy
slithery
slinking sleuths
crack the stems
crackle the leaves
devour the dung
wallop the water
plunder the soil
pilfer the pot
why should I care
after all
you are just a worm...
Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010
Jack o’ Lantern Days
Jack o’ Lantern Days
I remember there were days
All swaddled in white
And lit from within
Like smiling jack o’ lanterns
Days poised on the brink
Of a new revelation
I remember there were days
All frosted in pink
And sweet and lush at the heart
Like soft centered chocolate candy
Days lived in hushed promises
Of wonders to come
I remember there were days
All tucked away in dark corners
And lying cozy and still
Like gifts within a box
Waiting to be opened
On Christmas morning
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
Walk me in the rain
Walk me in the rain
let me smell the wooly moistness
of your sweater against my cheek
let me feel the velvet smoothness
of your burning cheeks against my brow
of your burning cheeks against my brow
let me kiss the quaking rain drops
that cling like morning dew upon your lashes
let me trace the lacy wetness
with my icy finger tips
laugh with me, dance with me
laugh with me, dance with me
feel the joyful tingling inside
the sweet abandon
the child-like glee
and when the rain is spent
take me home
and walk me in the rain
again....
Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010
Μου αρέσει η γύμνια σου
Μου αρέσει η γύμνια σου
Μου αρέσει η γύμνια σου
πάνω στη δίκη μου γύμνια
το πως αλείφεσαι πάνω μου
σαν μεθυστικό μυροβόλο λάδι
το πως το κορμί μου
γυαλίζει και γλιστράει
σαν φίνο ινδικό μετάξι
το πως τυλίγεται σφικτά
στο σκληρό πυρήνα σου
το πως τα χέρια σου
σμιλεύουν απαλά το σώμα μου
και γίνομαι θεά αγαλματένια
το πως παίρνεις το στόμα μου
στο δικό σου στόμα
και μέσα σου λαίμαργα ρουφάς
την κοφτή καυτή ανάσα μου
βαθιά πολύ βαθιά
στο κόκκινο βυθό σου
βαθιά πολύ βαθιά
στο κόκκινο βυθό σου
και γίνεται μέσα σου η ανάσα μου
άνεμος και λύσσα φοβερή
και φουσκοθαλασσιά μεγάλη
άνεμος και λύσσα φοβερή
και φουσκοθαλασσιά μεγάλη
αλλεπάλληλα κύματα
ψηλά στις κορυφές τους
σε εξυψώνουν
σε εξυψώνουν
ένα ένα τα κουρσεύεις
με μεγάλη μαεστρία
με μεγάλη μαεστρία
σαν έμπειρος καραβοκύρης
ωσότου έρθει
το ένα και μοναδικό
η θεϊκή πλημμύρα
και βουλιάξει το κατάρτι σου
και ο πόθος σου
εξαντλημένος
σε ξεβράσει στα γόνατά μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









