Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012



ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΜΟΡΑΤΟΡΙΟΥΜ


Ματωμένο μορατόριουμ
σε πόλη ημιθανών κατοίκων
αιμοδιψείς βρικόλακες  
βυζαίνουν στα πλαδαρά στήθια  
της γηραιάς νύχτας 
κι ένας νεκρόφιλος ηδονοβλεψίας
σφίγγει τη γροθιά του γύρω από
τη διογκούμενη πείνα του
το ξερατό του σημαδεύει  
στα ατσαλένια σκέλια
του νικηφόρου σκότους
βρυχώμενος
περιχαρής  
με μια χαψιά
καταβροχθίζει τη νύχτα
ρεύεται το χάος
Domine,miserere nobis
-Incassum-

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012



ΟΙ ΓΟΒΕΣ

Εκείνες τις βελούδινες γόβες με τις στρας πόρπες
στις ίριδες των ματιών σου να αστράφτουν
σαν τον έναστρο ουρανό που πάνω του
ένα ένα καρφίτσωνες τα όνειρά σου
είχες πει κάποτε θα τις έκανες δικές σου

ΟΤΑΝ  
μια μέρα στις μασχάλες
κάποιου ευυπόληπτου κυρίου
σαν μικρή, ανάλαφρη πεταλουδίτσα
θα φτερούγιζες

ΟΤΑΝ 
μια μέρα στο λαιμό
κάποιου ευκατάστατου κυρίου
σαν χοντρή, χρυσή καδένα
θα δενόσουν

ΟΤΑΝ 
μια μέρα στα μπράτσα
κάποιου γαλαντόμου κυρίου
σαν πλάστιγγα θα έγερνες την ύπαρξή σου

Όπως όλες εκείνες οi φινετσάτες κυρίες
που σουλατσάρουν τα Κυριακάτικα πρωινά  
στην παραλία του Βόλου 
κάτω  από τα δαντελένια παρασόλια τους
και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες 
των αξιότιμων κυρίων τους
λίγο πριν πάρουν brunch 
στο ρετρό café με τις βιεννέζικες καρέκλες
 ιμπρεσσιονιστικές φιγούρες without substance
κακοβγαλμένες από πόστερ του Monet

ΚΑΙ άρδην έφτασε η μέρα
που τα στήθια σου ξεμύτισαν  
μικρά ηφαιστειακά νησάκια  
αναδυόμενα μέσα από κόκκινες θάλασσες
Μάτωσες πολύ για να γίνεις γυναίκα
εν μια νυχτί / εν σάρκα μία
αναμεσίς λεκιασμένα πέπλα  
και σφιχτά  muget-de-bois
ζυμώθηκες με το πεπρωμένο σου
που τόσο χρόνια καρτερούσες

ΜΑ τις βελούδινες γόβες
δεν τις φόρεσες ποτέ
παρά μόνο στα σκοτωμένα
όνειρα σου που ένα ένα  
ξεκόλλαγαν απ' τον ουρανό  
και στην ποδιά σου έπεφταν
σαν τα ψίχουλα ψωμιού
που στη χούφτα σου
μάζευες και σκόρπιζες
στους τέσσερις ανέμους






Δευτέρα 23 Απριλίου 2012




ΛΑΡΙΣΑ  (Οκτώβρης, 1985)

Σε τούτο' δω το ξενοδοχείο
δεν κοιμάται κανείς
οι πόρτες ανοιγοκλείνουνε
στο ρυθμό της ντίσκο
μπουμ, μπουμ, μπουμ!
ανεβοκατεβαίνουμε τις σκάλες
ωσάν νεκρώσιμη ακολουθία κατσαριδών
κρυφοκοιταζόμαστε με λοξές ματιές  
γεμάτοι καχυποψία
γεμάτοι τρόμο ο ένας για τον άλλον
κι όλοι μαζί για το τίποτα
το αδιανόητο τίποτα που χάσκει μπροστά μας 
σαν τάφος φρεσκοσκαμμένος έτοιμος
να καταβροχθίσει τις σάρκες μας, το νου μας,
και τη ζωή που μας δάνεισαν
σαν ρούχο από δεύτερο χέρι
κι άξαφνα η τρέλα μου χώνεται γροθιά
και στη σιωπή των κατσαριδών 
σηκώνω το ανάστημα μου
και φωνάζω:
“Βρε, για σταθείτε, ρε, παιδιά!
για πού το βάλατε όλοι;”
Μα κανείς δεν μ' απαντά
η μοναξιά φιμώνει τους μελλοθάνατους
στην πτέρυγα του death row
στην οδό των καταραμένων καταδικασμένων
όπου όλοι γεννηθήκαμε
σ' αυτόν τον αισχρό πηγαιμό 
στο πουθενά αυνανιζόμαστε κρυφά
πίσω από κλειστές πόρτες
με το ένα δάκτυλο στην ηδονή
και το άλλο δάκτυλο στην πρίζα


Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Αυτό το ποίημα δεν μου βγαίνει


Αυτό το ποίημα δεν μου βγαίνει 
Το κλώθω από 'δω  
Το κλώθω από 'κει 
Με πόνο ψυχής σμιλεύω
Το αγέννητο κορμί του 
Στα δυο μου χέρια
Δυο κούτσουρα ροζιασμένα
Κρατώ την ασάλευτη ανάσα του
Και εισπνέω μέσα του ζωή 
Μα αυτό δεν υπακούει στα χάδια μου 
Στην ανάγκη που του έχω
Να γίνει ύλη και ψυχή 
Πεισματικά αρνείται
Τους όμορφους στοίχους 
Που του γράφω 
Τη θεόπνευστη μουσική 
Που του τραγουδώ 
Τις ειδυλλιακές εικόνες του κόσμου  
Που του ζωγραφίζω  
Ασυγκίνητο απ΄τα κάλλη μου
Συστρέφεται μέσα μου 
Σαν μουρμούρα εμμονή  
Σκάβει ολοένα πιο βαθιά  
Στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου 
Και των μικρών πραγμάτων
Στα ανήλιαγeς γωνιές του κόσμου 
Τις αθέατες και ξεχασμένες
Στην ασημαντότητα της λεπτομέρειας
Που γεννά την ποίηση
Ταπεινά και σιωπηλά 
Ψάχνει να βρει το λαξευτή του






Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Πού είσαι, Κωνσταντίνε Π. Καβάφη;


Πού είσαι, Κωνσταντίνε Π. Καβάφη;
Ξύπνα  κι από τη λήθη σου βγες!
Έφτασαν οι βάρβαροι!
Μ’ ακούς;  Έφτασαν οι βάρβαροι!
Αόρατοι μπήκαν στην αφύλαχτη πόλη
Δίχως στρατιές, δίχως όπλα
Μέσα από ρωγμές και χαραμάδες
Και ταχυδακτυλουργίες
 Αργυρώνητων προδοτών!

Ξύπνα σου λέω και δες πώς κορδώνονται
oι λήσταρχοι
Mέσα στις πλουμιστές πορφυρένιες τόγες τους
Φορτωμένες ερμίνες και πολύτιμα πετράδια !
Ρουμπίνια, αμέθυστοι, σμαράγδια, lapis lazuli!
Τα καράβια από τη Δύση
Χρόνια έγερναν
Φορτωμένα δέλεαρ
Πώς να αντισταθούν
Τα μαύρα κοράκια;

Ύβρις! Ύβρις! φώναζαν μερικοί
Δεισιδαίμονες και σοφοί
Φτωχοί και οδοιπόροι 
Μέγας όλεθρος  ζυγώνει!
Πού ακούστηκε κοινοί θνητοί
Στο συμπόσιο των θεών
Να πίνουν και να τρώνε
Ωσάν στις φλέβες τους
Να έρεε θεϊκό ποτάμι;

Μα στις Κασσάνδρες
Κανείς δεν έδινε σημασία
Τέτοια ήταν η νέα παραζάλη των ανθρώπων
Που ακόμα και οι πιο σώφρονες ξελογιάστηκαν
Κι από τα δώρα των βαρβάρων
Θαμπωθήκαν κι αυτοί
Και έγιναν βαρβαρότεροι των βαρβάρων  
Και ξέχασαν τις προφητείες τους
Και την οργή των θεών
Που θα ξεσπούσε πάνω μας!

Πού είσαι, Κωνσταντίνε Π. Καβάφη;
Ξύπνα σου λέω! Μη κοιμάσαι!
Οι βάρβαροι, καλά σου το είχανε πει
Στα σύνορα δεν ήταν
Εδώ, μέσα μας, μεταξύ μας, συναθροίζονταν
Στην αγορά, στη σύγκλητο, στους ναούς και τα παζάρια
Και τώρα ολημερίς νομοθετούν
Νόμοι να δουν τα μάτια σου!
Με πέννες βουτηγμένες στον ιδρώτα
Και το αίμα μας υπογράφουν
Tου κόσμου τα χαράτσια,
Και τη ψυχή μας πουλάνε όσο όσο
Το χρέος τους να ξεπληρώσουν!
Πώς να μη συλλογιζόμαστε
Με πρόσωπα σκυθρωπά
Πίσω από κλειστές πόρτες
Την κατάντια των καιρών μας;

Ξύπνα, σου λέω, μ’ ακούς
Το χρέος σου να κάμεις
Και στις πλατείες βγες με ευφράδειες και ρητορικές
Τόσο μισητές στους βάρβαρους
Τη δική μας Αλεξάνδρεια που χάνεται
Να αναστήσεις !

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Απόσπασμα από το βιβλίο μου



.....και το όνειρο αυτό μπήκε στα αζήτητα όπως τόσες άλλες προσδοκίες που κάποτε τροφοδοτούσαν με νόημα τη ζωή της. Τώρα η ζωή της δεν είχε κανένα νόημα, κανένα όνειρο να της χαρίσει αξία, να δικαιολογήσει την ύπαρξή της .  Η σκέψη πως μια μέρα θα πέθαινε και η ζωή της δεν θα άφηνε κανένα ανεξίτηλο σημάδι στο φάσμα της αιωνιότητας τη γέμιζε με φρίκη και οδύνη.  Η ίδια θα εξαϋλωνόταν χωρίς να αφήσει κανένα  ίχνος πίσω της, κανένα αποδεικτικό στοιχείο πως κάποτε υπήρχε, ανέπνεε, περπατούσε στη γη, σκεφτόταν και ονειρευόταν.  Η βεβαιότητα αυτή τη συνέτριβε και την προκαλούσε τέτοια σφοδρή υπαρξιακή κρίση που αδυνατούσε να χαρεί ακόμα και τα πιο απλά πράγματα στη ζωή της. Η ματαιότητα της ζωής ακύρωνε την ίδια τη ζωή, εκμηδένιζε τα πάντα.  Ίσως, αυτός να ήταν και ο λόγος που είχε βάλει ως τελευταίο στόχο της ζωής της τη συγγραφή  του βιβλίου της, πιστεύοντας πως, κατά τον τρόπο αυτό, με το να αφήσει πίσω της μια γραπτή μαρτυρία της ύπαρξής της, θα άγγιζε την αθανασία και θα νικούσε το θάνατο.  Ίσως και πάλι να ήθελε να εξορκίσει τους εσωτερικούς της δαίμονες με το να τους εξορύξει από μέσα της και να τους εξαναγκάσει να βγουν στο φως της αλήθειας, κάτι σαν αυτό-εξομολόγηση, χωρίς παπάδες, ξόρκια κι άλλες τέτοιες αηδίες.  «Αμαρτία ομολογημένη ουκ εστί αμαρτία!»  Όχι οτι πίστευε στην αμαρτία!  Ίσως, όμως, αυτό έπρεπε να κάνει για να φτάσει σ' ένα υψηλότερο επίπεδο αυτογνωσίας και συνειδητότητας πριν εγκαταλείψει το σώμα της και ενωθεί με το σύμπαν.  Ή μήπως απλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς αφού οι λέξεις εκκολάπτονταν μέσα της και έπρεπε να εξωθούν πριν την σκοτώσουν με τη βαρύτητα τους;  Πάντως, όπως και να είχε το πράγμα, όποιος και να ήταν ο λόγος, το βιβλίο έπρεπε να τελειώσει πριν χαράξει η καινούργια μέρα γιατί κάθε στιγμή που περνούσε μετρούσε αντίστροφα το λιγοστό χρόνο που της είχε απομείνει.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου


Κι εκεί που είχα κάπως καταφέρει να ορθοποδήσω, έστω και κουτσαίνοντας, ο ουρανός έσπασε σαν τζάμι καρφώνοντας το μεγαλύτερο και αιχμηρότερο κομμάτι στο κέντρο της καρδιάς μου. Τότε είδα την σαρκοφάγο άβυσσο, εκείνη που είχε ρουφήξει στην άσπλαχνη κοιλιά της τη Υασμίνα, να χάσκει σαν βεβηλωμένος τάφος, και με μια λαίμαργη χαψιά, να καταβροχθιζει αλύπητα τον αγαπημένο μου Μπεν. Τον βρήκαν να κρέμεται από το μπρούντζινο, ψευτoμπαρόκ πολυέλαιο της νοικοκυράς του, εκείνο με τα ηλίθια, κατασκονισμένα χερουβίμ να τρέχουν με τις σάλπιγγές τους το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο.  Κάτω από τo εκκρεμές του πτώμα υπήρχε μια ξύλινη, αναποδογυρισμένη καρέκλα μέσα σε μια λίμνη από σπασμένα γυαλιά κι ένα μπουκάλι Johnny Walker. Η επίσημη εκδοχή ήταν αυτοκτονία. Εγώ δεν το πίστευα με τίποτα! Ο Μπεν δεν θα αυτοκτονούσε ποτέ! Κάποιοι τον σκότωσαν, ήμουν σίγουρη γι αυτό, όπως επίσης σίγουρη ήμουν πως ποτέ δεν θα μαθαίναμε την ταυτότητα των εκτελεστών του. 

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου

  Αυτή του η  υπομονή μ’ εκνεύριζε όσο τίποτα άλλο με εξαίρεση ίσως τα μάτια του που από μάτια ανθρώπου είχαν μετατραπεί σε μάτια ψόφιου ψαριού, νεκρά, χωρίς βάθος,αδειασμένα από συναίσθημα.  Δεν μπορούσα να τον κοιτάξω κατάματα γιατί στα επίπεδα μάτια του έβλεπα να αντικατοπτρίζεται το δικό μου ρομποτικό βλέμμα.  Κι αυτό με τρόμαζε.  Δεν μιλήσαμε ποτέ για το τι διαπράχτηκε μέσα σε εκείνο το κολαστήριο. Ποτέ δεν του μίλησα για το πλεούμενο έκτρωμα, την κόκκινη, άμορφη μάζα μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας που τις νύχτες μέσα στα όνειρα μου απλωνόταν σαν γάγγραινα σε όλο το αχανές φάσμα του σύμπαντος. Ούτε τα Βάλιουμ που κατέβαζα με τις χούφτες  ήταν σε θέση να σβήσουν τη μόνιμη κοκκινίλα που διογκωνόταν συνεχώς μπροστά στα μάτια μου όπου κι αν βρισκόμουν ότι και να έκανα.