Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012



ΟΙ ΓΟΒΕΣ

Εκείνες τις βελούδινες γόβες με τις στρας πόρπες
στις ίριδες των ματιών σου να αστράφτουν
σαν τον έναστρο ουρανό που πάνω του
ένα ένα καρφίτσωνες τα όνειρά σου
είχες πει κάποτε θα τις έκανες δικές σου

ΟΤΑΝ  
μια μέρα στις μασχάλες
κάποιου ευυπόληπτου κυρίου
σαν μικρή, ανάλαφρη πεταλουδίτσα
θα φτερούγιζες

ΟΤΑΝ 
μια μέρα στο λαιμό
κάποιου ευκατάστατου κυρίου
σαν χοντρή, χρυσή καδένα
θα δενόσουν

ΟΤΑΝ 
μια μέρα στα μπράτσα
κάποιου γαλαντόμου κυρίου
σαν πλάστιγγα θα έγερνες την ύπαρξή σου

Όπως όλες εκείνες οi φινετσάτες κυρίες
που σουλατσάρουν τα Κυριακάτικα πρωινά  
στην παραλία του Βόλου 
κάτω  από τα δαντελένια παρασόλια τους
και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες 
των αξιότιμων κυρίων τους
λίγο πριν πάρουν brunch 
στο ρετρό café με τις βιεννέζικες καρέκλες
 ιμπρεσσιονιστικές φιγούρες without substance
κακοβγαλμένες από πόστερ του Monet

ΚΑΙ άρδην έφτασε η μέρα
που τα στήθια σου ξεμύτισαν  
μικρά ηφαιστειακά νησάκια  
αναδυόμενα μέσα από κόκκινες θάλασσες
Μάτωσες πολύ για να γίνεις γυναίκα
εν μια νυχτί / εν σάρκα μία
αναμεσίς λεκιασμένα πέπλα  
και σφιχτά  muget-de-bois
ζυμώθηκες με το πεπρωμένο σου
που τόσο χρόνια καρτερούσες

ΜΑ τις βελούδινες γόβες
δεν τις φόρεσες ποτέ
παρά μόνο στα σκοτωμένα
όνειρα σου που ένα ένα  
ξεκόλλαγαν απ' τον ουρανό  
και στην ποδιά σου έπεφταν
σαν τα ψίχουλα ψωμιού
που στη χούφτα σου
μάζευες και σκόρπιζες
στους τέσσερις ανέμους






Δευτέρα 23 Απριλίου 2012




ΛΑΡΙΣΑ  (Οκτώβρης, 1985)

Σε τούτο' δω το ξενοδοχείο
δεν κοιμάται κανείς
οι πόρτες ανοιγοκλείνουνε
στο ρυθμό της ντίσκο
μπουμ, μπουμ, μπουμ!
ανεβοκατεβαίνουμε τις σκάλες
ωσάν νεκρώσιμη ακολουθία κατσαριδών
κρυφοκοιταζόμαστε με λοξές ματιές  
γεμάτοι καχυποψία
γεμάτοι τρόμο ο ένας για τον άλλον
κι όλοι μαζί για το τίποτα
το αδιανόητο τίποτα που χάσκει μπροστά μας 
σαν τάφος φρεσκοσκαμμένος έτοιμος
να καταβροχθίσει τις σάρκες μας, το νου μας,
και τη ζωή που μας δάνεισαν
σαν ρούχο από δεύτερο χέρι
κι άξαφνα η τρέλα μου χώνεται γροθιά
και στη σιωπή των κατσαριδών 
σηκώνω το ανάστημα μου
και φωνάζω:
“Βρε, για σταθείτε, ρε, παιδιά!
για πού το βάλατε όλοι;”
Μα κανείς δεν μ' απαντά
η μοναξιά φιμώνει τους μελλοθάνατους
στην πτέρυγα του death row
στην οδό των καταραμένων καταδικασμένων
όπου όλοι γεννηθήκαμε
σ' αυτόν τον αισχρό πηγαιμό 
στο πουθενά αυνανιζόμαστε κρυφά
πίσω από κλειστές πόρτες
με το ένα δάκτυλο στην ηδονή
και το άλλο δάκτυλο στην πρίζα


Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Αυτό το ποίημα δεν μου βγαίνει


Αυτό το ποίημα δεν μου βγαίνει 
Το κλώθω από 'δω  
Το κλώθω από 'κει 
Με πόνο ψυχής σμιλεύω
Το αγέννητο κορμί του 
Στα δυο μου χέρια
Δυο κούτσουρα ροζιασμένα
Κρατώ την ασάλευτη ανάσα του
Και εισπνέω μέσα του ζωή 
Μα αυτό δεν υπακούει στα χάδια μου 
Στην ανάγκη που του έχω
Να γίνει ύλη και ψυχή 
Πεισματικά αρνείται
Τους όμορφους στοίχους 
Που του γράφω 
Τη θεόπνευστη μουσική 
Που του τραγουδώ 
Τις ειδυλλιακές εικόνες του κόσμου  
Που του ζωγραφίζω  
Ασυγκίνητο απ΄τα κάλλη μου
Συστρέφεται μέσα μου 
Σαν μουρμούρα εμμονή  
Σκάβει ολοένα πιο βαθιά  
Στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου 
Και των μικρών πραγμάτων
Στα ανήλιαγeς γωνιές του κόσμου 
Τις αθέατες και ξεχασμένες
Στην ασημαντότητα της λεπτομέρειας
Που γεννά την ποίηση
Ταπεινά και σιωπηλά 
Ψάχνει να βρει το λαξευτή του






Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Πού είσαι, Κωνσταντίνε Π. Καβάφη;


Πού είσαι, Κωνσταντίνε Π. Καβάφη;
Ξύπνα  κι από τη λήθη σου βγες!
Έφτασαν οι βάρβαροι!
Μ’ ακούς;  Έφτασαν οι βάρβαροι!
Αόρατοι μπήκαν στην αφύλαχτη πόλη
Δίχως στρατιές, δίχως όπλα
Μέσα από ρωγμές και χαραμάδες
Και ταχυδακτυλουργίες
 Αργυρώνητων προδοτών!

Ξύπνα σου λέω και δες πώς κορδώνονται
oι λήσταρχοι
Mέσα στις πλουμιστές πορφυρένιες τόγες τους
Φορτωμένες ερμίνες και πολύτιμα πετράδια !
Ρουμπίνια, αμέθυστοι, σμαράγδια, lapis lazuli!
Τα καράβια από τη Δύση
Χρόνια έγερναν
Φορτωμένα δέλεαρ
Πώς να αντισταθούν
Τα μαύρα κοράκια;

Ύβρις! Ύβρις! φώναζαν μερικοί
Δεισιδαίμονες και σοφοί
Φτωχοί και οδοιπόροι 
Μέγας όλεθρος  ζυγώνει!
Πού ακούστηκε κοινοί θνητοί
Στο συμπόσιο των θεών
Να πίνουν και να τρώνε
Ωσάν στις φλέβες τους
Να έρεε θεϊκό ποτάμι;

Μα στις Κασσάνδρες
Κανείς δεν έδινε σημασία
Τέτοια ήταν η νέα παραζάλη των ανθρώπων
Που ακόμα και οι πιο σώφρονες ξελογιάστηκαν
Κι από τα δώρα των βαρβάρων
Θαμπωθήκαν κι αυτοί
Και έγιναν βαρβαρότεροι των βαρβάρων  
Και ξέχασαν τις προφητείες τους
Και την οργή των θεών
Που θα ξεσπούσε πάνω μας!

Πού είσαι, Κωνσταντίνε Π. Καβάφη;
Ξύπνα σου λέω! Μη κοιμάσαι!
Οι βάρβαροι, καλά σου το είχανε πει
Στα σύνορα δεν ήταν
Εδώ, μέσα μας, μεταξύ μας, συναθροίζονταν
Στην αγορά, στη σύγκλητο, στους ναούς και τα παζάρια
Και τώρα ολημερίς νομοθετούν
Νόμοι να δουν τα μάτια σου!
Με πέννες βουτηγμένες στον ιδρώτα
Και το αίμα μας υπογράφουν
Tου κόσμου τα χαράτσια,
Και τη ψυχή μας πουλάνε όσο όσο
Το χρέος τους να ξεπληρώσουν!
Πώς να μη συλλογιζόμαστε
Με πρόσωπα σκυθρωπά
Πίσω από κλειστές πόρτες
Την κατάντια των καιρών μας;

Ξύπνα, σου λέω, μ’ ακούς
Το χρέος σου να κάμεις
Και στις πλατείες βγες με ευφράδειες και ρητορικές
Τόσο μισητές στους βάρβαρους
Τη δική μας Αλεξάνδρεια που χάνεται
Να αναστήσεις !

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Απόσπασμα από το βιβλίο μου



.....και το όνειρο αυτό μπήκε στα αζήτητα όπως τόσες άλλες προσδοκίες που κάποτε τροφοδοτούσαν με νόημα τη ζωή της. Τώρα η ζωή της δεν είχε κανένα νόημα, κανένα όνειρο να της χαρίσει αξία, να δικαιολογήσει την ύπαρξή της .  Η σκέψη πως μια μέρα θα πέθαινε και η ζωή της δεν θα άφηνε κανένα ανεξίτηλο σημάδι στο φάσμα της αιωνιότητας τη γέμιζε με φρίκη και οδύνη.  Η ίδια θα εξαϋλωνόταν χωρίς να αφήσει κανένα  ίχνος πίσω της, κανένα αποδεικτικό στοιχείο πως κάποτε υπήρχε, ανέπνεε, περπατούσε στη γη, σκεφτόταν και ονειρευόταν.  Η βεβαιότητα αυτή τη συνέτριβε και την προκαλούσε τέτοια σφοδρή υπαρξιακή κρίση που αδυνατούσε να χαρεί ακόμα και τα πιο απλά πράγματα στη ζωή της. Η ματαιότητα της ζωής ακύρωνε την ίδια τη ζωή, εκμηδένιζε τα πάντα.  Ίσως, αυτός να ήταν και ο λόγος που είχε βάλει ως τελευταίο στόχο της ζωής της τη συγγραφή  του βιβλίου της, πιστεύοντας πως, κατά τον τρόπο αυτό, με το να αφήσει πίσω της μια γραπτή μαρτυρία της ύπαρξής της, θα άγγιζε την αθανασία και θα νικούσε το θάνατο.  Ίσως και πάλι να ήθελε να εξορκίσει τους εσωτερικούς της δαίμονες με το να τους εξορύξει από μέσα της και να τους εξαναγκάσει να βγουν στο φως της αλήθειας, κάτι σαν αυτό-εξομολόγηση, χωρίς παπάδες, ξόρκια κι άλλες τέτοιες αηδίες.  «Αμαρτία ομολογημένη ουκ εστί αμαρτία!»  Όχι οτι πίστευε στην αμαρτία!  Ίσως, όμως, αυτό έπρεπε να κάνει για να φτάσει σ' ένα υψηλότερο επίπεδο αυτογνωσίας και συνειδητότητας πριν εγκαταλείψει το σώμα της και ενωθεί με το σύμπαν.  Ή μήπως απλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς αφού οι λέξεις εκκολάπτονταν μέσα της και έπρεπε να εξωθούν πριν την σκοτώσουν με τη βαρύτητα τους;  Πάντως, όπως και να είχε το πράγμα, όποιος και να ήταν ο λόγος, το βιβλίο έπρεπε να τελειώσει πριν χαράξει η καινούργια μέρα γιατί κάθε στιγμή που περνούσε μετρούσε αντίστροφα το λιγοστό χρόνο που της είχε απομείνει.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου


Κι εκεί που είχα κάπως καταφέρει να ορθοποδήσω, έστω και κουτσαίνοντας, ο ουρανός έσπασε σαν τζάμι καρφώνοντας το μεγαλύτερο και αιχμηρότερο κομμάτι στο κέντρο της καρδιάς μου. Τότε είδα την σαρκοφάγο άβυσσο, εκείνη που είχε ρουφήξει στην άσπλαχνη κοιλιά της τη Υασμίνα, να χάσκει σαν βεβηλωμένος τάφος, και με μια λαίμαργη χαψιά, να καταβροχθιζει αλύπητα τον αγαπημένο μου Μπεν. Τον βρήκαν να κρέμεται από το μπρούντζινο, ψευτoμπαρόκ πολυέλαιο της νοικοκυράς του, εκείνο με τα ηλίθια, κατασκονισμένα χερουβίμ να τρέχουν με τις σάλπιγγές τους το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο.  Κάτω από τo εκκρεμές του πτώμα υπήρχε μια ξύλινη, αναποδογυρισμένη καρέκλα μέσα σε μια λίμνη από σπασμένα γυαλιά κι ένα μπουκάλι Johnny Walker. Η επίσημη εκδοχή ήταν αυτοκτονία. Εγώ δεν το πίστευα με τίποτα! Ο Μπεν δεν θα αυτοκτονούσε ποτέ! Κάποιοι τον σκότωσαν, ήμουν σίγουρη γι αυτό, όπως επίσης σίγουρη ήμουν πως ποτέ δεν θα μαθαίναμε την ταυτότητα των εκτελεστών του. 

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου

  Αυτή του η  υπομονή μ’ εκνεύριζε όσο τίποτα άλλο με εξαίρεση ίσως τα μάτια του που από μάτια ανθρώπου είχαν μετατραπεί σε μάτια ψόφιου ψαριού, νεκρά, χωρίς βάθος,αδειασμένα από συναίσθημα.  Δεν μπορούσα να τον κοιτάξω κατάματα γιατί στα επίπεδα μάτια του έβλεπα να αντικατοπτρίζεται το δικό μου ρομποτικό βλέμμα.  Κι αυτό με τρόμαζε.  Δεν μιλήσαμε ποτέ για το τι διαπράχτηκε μέσα σε εκείνο το κολαστήριο. Ποτέ δεν του μίλησα για το πλεούμενο έκτρωμα, την κόκκινη, άμορφη μάζα μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας που τις νύχτες μέσα στα όνειρα μου απλωνόταν σαν γάγγραινα σε όλο το αχανές φάσμα του σύμπαντος. Ούτε τα Βάλιουμ που κατέβαζα με τις χούφτες  ήταν σε θέση να σβήσουν τη μόνιμη κοκκινίλα που διογκωνόταν συνεχώς μπροστά στα μάτια μου όπου κι αν βρισκόμουν ότι και να έκανα.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Τώρα το μυστικό θα είχε πάρει μια κίτρινη χροιά σαν το ασπράδι των ματιών των ανθρώπων όταν γερνάνε. Το κουτί έκτρωμα το είχε κλείσει ερμητικά την πιο αποφράδα μέρα της ζωής της και δεν το ξανάνοιξε ποτέ.  Απόψε, όμως, κάποια φωνή μέσα της επίμονα την παρακινούσε  να το ανοίξει.


Απόσπασμα από το βιβλίο μου


Μια δυνατή ριπή ανέμου παραβίασε το παράθυρο και χίμηξε μέσα στην κάμαρα, κάνοντας τα διάφορα κιτρινισμένα χαρτιά που είχαν πέσει από το κουτί της Πανδώρας να στροβιλίζουν σαν κομφετί τριγύρω της. Ο άνεμος κόπασε το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθε και τα χαρτιά όλα  προσγειώθηκαν αθόρυβα στο πάτωμα.  Ένα όμως ξέφυγε κι ήρθε κι έκατσε στα χέρια της.  Μόλις το είδε τινάχτηκε προς τα πίσω σαν να κρατούσε χειροβομβίδα.  Το δίπλωσε γρήγορα και το έβαλε μέσα στο κουτί. Έπειτα έκλεισε το παράθυρο, μάζεψε το χυμένο στο πάτωμα παρελθόν της και χαντάκωσε το κουτί στο πίσω μέρος της ντουλάπας.  

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου

..Τον είδα να γδύνεται μέσα στις λεπτές, λοξές λωρίδες φωτός που τρύπωναν μέσα από τα πατζούρια. Η σκιά του  γλίστρησε ανάμεσα στα σεντόνια και με τράβηξε κοντά της.  Η σκληρή απαλότητα της σάρκας δίπλα μου μ’ έδωσε να καταλάβω πως αυτό που διαδραματιζόταν στην κάμαρά μου δεν ήταν ακόμα ένα σαδιστικό παιχνίδι του ταραγμένου μου υποσυνείδητου αλλά η απτή πραγματικότητα της στιγμής. Τα κορμιά μας ταίριαζαν απόλυτα, χωρούσαν γάντι το ένα μέσα στο άλλο, κάθε καμπύλη άρτια προσαρμοσμένη στο αντίστοιχο βαθούλωμα του άλλου. Ένιωσα μια βαθιά αγαλλίαση και αφέθηκα στο ευλογημένο άγγιγμά του.  

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου

Το πρώτο πρόσωπο που αντίκρισα όταν το αυτοκίνητο του μπαμπά σταμάτησε μπροστά στο σπίτι μας ήταν εκείνο της Σάντα Μαρίας. H Σάντα Μαρία ήταν η Ιταλίδα γειτόνισσα η οποία ζούσε μόνη της στον πρώτο όροφο της οικοδομής μας.   Ένας σωστός βούδας ήταν η Σάντα Μαρία, ασάλευτη όπως πάντα με τις τροφαντές διπλές της να κρέμονται πάνω από το περβάζι του παραθυριού της, ώρες ολόκληρες, με το τσιγάρο στο στόμα, να παρατηρεί τα δρώμενα της γειτονιάς χωρίς όμως ποτέ να βγάζει λαλιά, χωρίς να συσπάται. έστω ένας μυς του προσώπου της.  Όπως την είχα αφήσει, έτσι την ξαναβρήκα·. σαν τα αγέρωχα βουνά, ένα αρχαίο λείψανο, μια σοφή τρελή, ένας φωτισμένος γκουρού. Μια φιγούρα τόσο γραφική όσο και γνώριμη, φιλική και απόλυτα αποδεκτή

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Aπόσπασμα από το βιβλίο μου


Η πιο, όμως, ξεκαρδιστική ζαβολιά της ήταν το περιστατικό με το μπρελόκ.  Η Τζένη είχε βρει σ’ ένα μαγαζί λαϊκής τέχνης μια περίεργη μολυβοθήκη-μπρελόκ. Ήταν ένα μικρό, μακρόστενο φέρετρο, ίσα ίσα που χωρούσε ένα μολύβι.  Στο πάνω μέρος του φέρετρου υπήρχε ένα κουμπί.  Όταν το πατούσες άνοιγε απότομα το καπάκι του φέρετρου κι πεταγόταν το παπάρι ενός σκελετού σε πλήρη στύση.  Μια μέρα το έφερε στο μάθημα των Λατινικών.  Πού αλλού θα μπορούσε να το φέρει; Έτσι εύκολα θα γλίτωνε ο τσεκούρης; Θυμάμαι πως γράφαμε διαγώνισμα εκείνη τη μέρα.  Όταν ο καθηγητής είδε πως δεν έγραφε τίποτα, έκανε το λάθος (μερικοί άνθρωποι είναι ανεπίδεκτοι μαθήσεως) και την πλεύρισε.  Αφού βεβαιώθηκε πως η κόλλα με τα θέματα ήταν γυρισμένη κανονικά, τη ρώτησε γιατί δεν έγραφε.
            «Μα, κύριε» τραύλιζε η Τζένη, «κάτι έχει η μολυβοθήκη μου και δεν μπορώ να την ανοίξω να πάρω το στυλό μου.  Μήπως μπορείτε να μου την ανοίξετε εσείς;»
            Την πήρε ο ανύποπτος φουκαράς στα χέρια του και πάτησε το κουμπί.  Μόλις είδε το παπάρι του σκελετού να σημαδεύει το κούτελό του, έκλεισε γρήγορα το καπάκι, άρπαξε την κόλλα της Τζένης, και με μια αγριοφωνάρα που μας έκανε όλους  να πεταχτούμε από τις θέσεις μας, ούρλιαξε: «ΕΞΩ!!» και της έδειξε την πόρτα.
            «Μάλιστα, κύριε» του είπε με ήρεμη φωνή η Τζένη. «Θα φύγω. Μήπως όμως μπορείτε να μου δώσετε πίσω την μολυβοθήκη μου;  Εκτός κι αν θέλετε να την κρατήσετε εσείς.  Δεν θα με πείραζε καθόλου.  Είχε πολλές στο μαγαζί που την αγόρασα. Μπορώ να αγοράσω άλλη.  Μάλιστα είχε μερικές, πως να το πω τώρα, μεγαλύτερες. Καταλάβατε τι θέλω να πω,  έτσι δεν είναι;»

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου


Ο καιρός  εκείνο το βράδυ ήταν σύμμαχός μας λες και για μέρες μάζευε την οργή του περιμένοντας τη στιγμή της συνουσίας μας για να τη ξεσπάσει πάνω μας.  Ο αέρας είχε εξαπολύσει όλη του τη λύσσα στο πρόσωπο της γης, μαστιγώνοντας τις κορυφές των δέντρων ενώ η καταρρακτώδης βροχή καρφωνόταν σαν χιλιάδες στιλέτα στα τζάμια της μπαλκονόπορτας. Μέσα στους γαλάζιους κεραυνούς που έσκαγαν πάνω μας σαν δεκάδες βόμβες έβλεπα τους σφικτούς γλουτούς του Nίκυ να ανεβοκατεβαίνουν την ώρα που σαν μανιασμένος Ποσειδώνας συντάρασσε το κορμί μου ενώ εγώ, ασάλευτη σαν θαλασσοδαρμένος βράχος, κοιτούσα το ταβάνι που είχε αρχίσει να στάζει νερό.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου

Και όταν τον είδα να απομακρύνεται, να συρρικνώνεται σε μια μικρή, κινούμενη, μαύρη κουκκίδα και να εξαφανίζεται στο βάθος του σταθμού, μέσα στο τεράστιο κύμα οδύνης που με κατέκλυσε, κάρφωσα την παλάμη μου στο σπασμένο τζάμι του παράθυρου που βρισκόταν μπροστά μου. Θυμάμαι πως για πολλή ώρα, δεν ξέρω πόση, καθόμουν στο σιδερένιο παγκάκι,  ένα κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου, μετρώντας τις μικρές, κόκκινες πιτσιλιές πάνω στο γκρίζο τσιμέντο.
Ωστόσο, η επέτειος της 25ης Μαρτίου είχε και μια σκοτεινή πλευρά που με γέμιζε τρόμο και αποτροπιασμό κι αυτό γιατί τα βιβλία μας ήταν γεμάτα από φρικιαστικές εικόνες αιματηρών μαχών με τους βρακοφόρους Τούρκους να σκύβουν από τα άλογά τους και να αποκεφαλίζουν τους Έλληνες με τις τρομερές χατζάρες τους.  Στο πολύ ευεπηρέαστο παιδικό μου μυαλό, αυτές οι εικόνες καταγράφτηκαν ανεξίτηλα και για πολλά χρόνια τις έβλεπα να ζωντανεύουν τρισδιάστατα στον ύπνο μου.

....αφήνοντάς την να τα βγάλει πέρα μόνη της, σε μια χώρα που ποτέ δεν αποδέχτηκε, σε μια χώρα που ποτέ δεν κατάφερε να κατακτήσει την καρδιά της, κι ας είχαν περάσει πάνω από τριάντα πέντε χρόνια από τη φρικτή εκείνη μέρα που το αεροπλάνο της προσγειώθηκε στην Αθήνα και ο κόσμος της ολόκληρος ρουφήχτηκε μέσα στο άγριο λιοπύρι του μεσοκαλόκαιρου.  

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου


Τίποτα δεν ήταν το ίδιο μετά. Θάφτηκε ζωντανή, μια ευωδιαστή, ηλιόλουστη  ανοιξιάτικη μέρα του Μάη μαζί με τη γυναίκα που της είχε χαρίσει το δώρο της ζωής, αν αυτό, βέβαια, μπορούσε να θεωρηθεί δώρο και όχι κατάρα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που σκεφτόταν πως, ίσως, η ζωή ήταν μια θεία καταδίκη, η πραγματική κόλαση, εκεί που στέλνονταν οι αμαρτωλοί για να αργοπεθαίνουν από τη στιγμή που γεννιούνται. O θάνατος ήταν η έσχατη τιμωρία. Σκεφτόταν πως οι καλοί, ίσως, να μη γεννιούνται ποτέ, ίσως να παρέμειναν εσαεί στον παράδεισο της ανυπαρξίας τους.

Απόσπασμα από το βιβλίο μου

Με τα ξάστερα μάτια του φαντασίας της τον είδε να κείτεται μέσα στο φέρετρο, τον άκουσε να αναπνέει απαλά και ρυθμικά, να οσφραίνεται τη χωματερή μυρουδιά της νοτισμένης γης που τον σκέπαζε. Σαράντα πέντε χρόνια ζωής κλεισμένα σ’ ένα μαύρο κουτί, σαν το μαύρο κουτί των αεροπλάνων που έκρυβε στο εσωτερικό του όλα τα μυστικά της μοιραίας πτώσης του. 

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου

Ένα βράδυ ξύπνησα μέσα στη νύχτα από έναν τρομακτικό εφιάλτη. Στο σουρεαλιστικό όνειρο αυτό ήμουν έγκυος μόνο που η κοιλιά μου ήταν επίπεδη σαν σανίδα. Ξαφνικά μ' έπιασαν οι πόνοι της γεννάς. Δεν ήταν κανείς μαζί μου. Ήμουν ολομόναχη, ολόγυμνη και αβοήθητη.  Λιποθύμησα από τους πόνους. Όταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου, βρέθηκα σ’ ένα σκοτεινό, αραχνιασμένο δωμάτιο φίσκα από παλιά, στραπατσαρισμένα έπιπλα, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, ένα ανακάτωμα από γεωμετρικά σχήματα σαν έργο του Πικάσο.  Ήμουν σε ύπτια θέση πάνω σε ένα τεράστιο, μακρύ τραπέζι που θύμιζε το τραπέζι του Τελευταίου Δείπνου του Χριστού. Διασκορπισμένα παντού γύρω μου υπήρχε μια συλλογή από σκουριασμένα χειρουργικά εργαλεία και διάφορες τροφές, κυρίως σάπια λαχανικά, όπως πατάτες, μπρόκολα και καρότα.  Πάνω από το σώμα μου στεκόταν ένας χασάπης ντυμένος με μια άσπρη ποδιά λερωμένη με πιτσιλιές αίματος. Στα χέρια του κρατούσε ένα γρύλο. Από το ξεδοντιάρικο στόμα του έβγαινε ένα ανατριχιαστικό χαχανητό που με ξεκούφαινε αναγκάζοντάς μου να βάλω τα δυο μου χέρια πάνω από τ’ αυτιά μου.  Ο χασάπης γιατρός άρχισε να με τσιμπάει μανιωδώς σαν να ήθελε να με ξεπουπούλιασει.   Σήκωσα το κεφάλι μου και  είδα πως το σώμα μου είχε καλυφτεί πατόκορφα από κατακίτρινα πούπουλα. Ούρλιαξα αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινα από το στόμα μου. 

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Απόσπασμα από το βιβλίο μου


Τότε μου ήρθε σαν κεραυνός η σκέψη πως ίσως να με περνούσαν για  τρομοκράτισσα; Ήταν η εποχή που οι τρομοκρατικές οργανώσεις όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και οι  Baider Mainhoff χτυπούσαν ανελέητα στόχους στην Ευρώπη, ιδίως τα αεροδρόμια. Ο κοντοστούπης μ’ άρπαξε και αυτός από το μπράτσο (ρε μανία που είχαν με τα μπράτσα μου!) και με διέταξε να τον ακολουθήσω.  Για δεύτερη φορά ένοιωσα το αίμα μου να παγώνει, να χέρια μου να τρέμουν και τα γόνατα μου να λυγίζουν. Μη μπορώντας να κάνω διαφορετικά, ακολούθησα τα βήματα του όταν αντιλήφτηκα πως στο βάθος της αίθουσας κάτι γινόταν: κόσμος, φωνές, ρεπόρτερ και μια έκρηξη από φλας σαν να έπεφταν αστραπές και βροντές μέσα στο αεροδρόμιο.  Ξαφνικά ο κόσμος έκανε πέρα για να ανοίξει ο δρόμος και τότε την είδα· μια πανύψηλη καλλονή με μια τεραστία μαύρη καπελαδούρα και μαύρα εξίσου τεράστια γυαλιά. «Η Σοφία Λόρεν!» ξεφώνισα αυθόρμητα και χωρίς να το καταλάβω κατάφερα να ξεκόψω από τη σιδερένια λαβή του δεσμοφύλακά μου και να τρέξω προς το μέρος της ντίβας του Ιταλικού κινηματογράφου. Αμέσως ξέσπασε πανδαιμόνιο! Ένα τρελό κυνηγητό που θα το ζήλευε ακόμη και ο Tom και o Jerry!  Όταν κατάφερα να την πλησιάσω και να τη δω από κοντά έπαθα σοκ. Το πρόσωπο της ήταν σαν τους κρατήρες της σελήνης, σκαμμένο, γεμάτο ουλές και σημάδια που προσπαθούσε να καλύψει με μια πορτοκαλί παχιά στρώση από font de teint  και πούδρα.  Και ενώ στεκόμουν εκεί και σκεφτόμουν όλα αυτά, ξαφνικά θυμήθηκα τον χοντρόκοντο τύπο και το έβαλα στα ποδιά ξανά, να πάω πού ένας Θεός μονάχα ήξερε!